page top

Έτσι πέρασε η νύχτα: ιστορίες δρόμου, λύκοι και ένα τριαντάφυλλο στο πέτο

Επιμέλεια : Σαβίνα Ακουμιανάκη

Δημοσιεύτηκε 3/10/2014 22:04

Έτσι πέρασε η νύχτα: ιστορίες δρόμου, λύκοι και ένα τριαντάφυλλο στο πέτο.

Επιμέλεια και φωτογραφίες : Σαβίνα Ακουμιανάκη

Γράφοντας για την συναυλία του Sivert Høyem δεν ήταν τόσο εύκολο όσο περίμενα. Καθυστερημένη μπαίνω στον χώρο, έχοντας χάσει ένα δύο τραγούδια του Remi. Μερικοί άνθρωποι είμαστε γεννημένοι να φτάνουμε αργά. Ανεβαίνω πάνω, σχεδόν αυτιστικά επιλέγω το ίδιο σημείο που είχα επιλέξει και την προηγούμενη φορά. Ανάμεσα στην αγάπη δύο ζευγαριών τοποθετώ τον εαυτό μου.  Με τόση αγάπη τριγύρω μου σαν ασπίδα, θα προφυλαχτώ από οποιαδήποτε βέλη, σκέφτηκα.

Με νωπές ακόμα στην μνήμη μου τις σύντομες ματιές που ανταλλάξαμε με τον Sivert Høyem, την ανώδυνη κουβέντα που κόπηκε πριν γίνει σοβαρή κι το άρωμα του, ρίχνομαι  στην επώδυνη διαδικασία. Αυτή της αποτύπωσης των ανείπωτων. Κενό. Λευκή σελίδα.

Ο Remi είναι επί σκηνής! Τον Remi (Άγγελο Κυπριανό) τον έχω δει και άλλη φορά. «Αφηγείται, με την κιθάρα του παρέα, ιστορίες που έχει ακούσει  στον δρόμο» μου λέει ένας φίλος. Συλλέκτης ιστοριών λοιπόν. Ιστοριών δρόμου. Ψάχνω να βρω στους στίχους του την δική μου ιστορία Δεν είναι εκεί. Ίσως γι’αυτό να χρειάζεται να την γράφω εγώ. Τουλάχιστον έτσι θα καταφέρει άλλη μία νύχτα να περάσει μη αναστρέψιμα.

Δεν γνωρίζω αν ήταν το σχόλιο του φίλου μου ή οι στίχοι του Remi, αλλά αρχίζω και να διακρίνω πίσω του τον δρόμο και τους περαστικούς. Ο δρόμος παρά την απλωσιά του γίνεται καταφύγιο περιπλανώμενων ιπποτών.

Και ιδού το δίλημμα: Tom Waits ή Johnny Cash;… Τα τρένα που φεύγουν και οι λέξεις που μένουν στο κεφάλι που έχει πάρει την θέση της καρδιάς.

Τα φώτα σβήνουν. Σε λίγο θα είναι στην σκηνή και ο Sivert Høyem με την παρέα του δηλαδή τους Cato Salsa στα guitars/Keyboards –υπέροχο όνομα, Børge Fjordheim στα Drums/Shaker/Tambourine, Rudi Nikolaisen στο Bass και τον…Christer Knutsen στα Guitars/Keyboards/ «καρφιτσωμένο» στην καρδιά μας. Θυμάμαι τον διάλογο που έκανα την προηγούμενη μέρα με φίλους. «Πώς ήταν ο Høyem  και το συγκρότημα;» Προτού απαντήσω συνειδητοποιώ ότι κάθε φορά που θέλω να πω κάτι ουσιαστικό, δεν το κάνω. Απλά δεν το κάνω. Βγαίνει φυσικά αυτή η ανούσια ανοησία. Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας σχεδόν ασυνείδητης επιθυμίας να μην έχω σκέψη. Αυτής της επιθυμίας επίδειξη έκανα εκείνο το βράδυ. Έχοντας αυτό το σύννεφο να αιωρείται από πάνω μου, επανέρχομαι στην ερώτηση τους «Ψηλοί, πολύ ψηλοί» απαντώ.  «Ψυχροί;» με ρωτούν. «Όχι, ψηλοί» επαναλαμβάνω, διορθώνοντας το λανθασμένο άκουσμα την στιγμή που σκέφτομαι ότι δεν είναι τυχαίο να έχουν ίδιο άκουσμα αυτά τα δύο επίθετα στα ελληνικά. Άλλη μια συνήθεια μου, σκέφτομαι. Να μην επιτρέπω στην τύχη να παίξει κανένα ρόλο. Ίσως επειδή έχω ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί της. Ίσως, επειδή η γνώση της ανυπαρξίας της, με κάνει κυνική και λογική. Αυτή της επάρκειας από τον ίδιο σου τον εαυτό. «Πολύ ευγενικοί επίσης» συνεχίζω. Περίεργη η ευγένεια τους. Σαν να είναι έμφυτη. Η δική μου πάλι είναι θέμα λογικής. Όχι σκέψεως αλλά λογικής ακολουθίας θα έλεγα. Γεννήθηκε μέσα από το υπερβολικά υποτιμημένο «τίποτα». Νιώθοντας τίποτα δεν έχεις λόγο να φερθείς άσχημα. Απαλλάσσεσαι από κάθε σκοπιμότητα. Κι αυτό σε κάνει γενναιόδωρο με την ευγένεια.

Έτσι, ευγενικοί και όμορφοι, με μια γοητεία που περιφερόταν σε όλο το χώρο, σου ερχόταν να πας και να τους πεις…τι; Πως αντιμετωπίσεις αυτήν την ομορφιά σε μια χώρα που έχει πάψει να είναι όμορφη; Πώς να πεις ότι εσύ, πώς να εξομολογηθείς ότι νοσταλγείς έναν κρύο παγωμένο ατλαντικό ωκεανό, ο οποίος φαντάζει πιο ζεστός κι από το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης; Γι’ αυτό μένεις σε μια ανοικτή πρόσκληση… «you should come to Crete» που σημαίνει «I should come to your country».

Ο κόσμος αρχίζει να χειροκροτά δυνατά. Back to the concert! Ο ήχος διαλύει την σκέψη μου και οδηγεί το βλέμμα μου στην σκηνή. Βγαίνουν στην σκηνή. Ο κόσμος τους υποδέχεται με μεγάλο ενθουσιασμό. This is love. Αυτός τους ευχαριστεί καθ’ όλη την διάρκεια. Η σκηνή δίνει αυτήν την δυνατότητα. Την δυνατότητα ενός ουσιαστικού διαλόγου. Ένας διάλογος που αρχίζει κάπως έτσι… «So am I, good or bad..» και εμείς απαντάμε καταφατικά ότι το ξέρουμε. Σε ένα πρώτο επίπεδο το τραγούδι, σε ένα δεύτερο…την ιστορία πίσω από την ιστορία.

Ξεκινά με ήχο από παλιά, γνώριμο. Για να φτάσει στο “Red On Maroon”. Μπροστά σε τέτοιες ερμηνείες δύο πράγματα μπορώ να κάνω: Είτε να σταθώ όρθια και να τις αντιμετωπίσω, αφήνοντας κάθε μνήμη να ξετρυπώσει από την σχισμή που ανοίγεται πάνω σε ένα παγόβουνο, όταν πέφτουν σε αυτό, με άγριες διαθέσεις, οι ακτίνες του ήλιου. Είτε να αποσπάσω τα συναισθήματα μου με ασημαντότητα και να βουλώσω τις σκέψεις μου στο γυάλινο μπουκάλι του μυαλού μου. Ευχόμενη να μην λάβει κανείς αυτό το μήνυμα και να συνεχίσει να ταξιδεύει, γυρνώντας όσες περισσότερες θάλασσες του κόσμου, πάντα εγκλωβισμένο μέσα στο μπουκάλι.  Επέλεξα το δεύτερο και έτσι έβγαλα φωτογραφίες. Όχι για να απαθανατίσω την στιγμή. Αλλά αντίθετα για να  μην την αφήσω ακινητοποιημένη. Να την αφήσω να φύγει, χωρίς να με πάρει.

Μετά τα απανωτά “Endless Love”, “What's On Your Mind?” (Madrugada) και Ride On Sisters” δεν είχα καμία ελπίδα. Αφέθηκα. Αυτήν την φορά ήμουν εγώ που ακινητοποιήθηκα  με την δυνατότητα να ρουφήξω βίωμα, σαν κομμάτι από φρούτο ώρες παρατημένο μέσα στο ποτήρι, έχοντας απορροφήσει όσο τον δυνατόν περισσότερο κρασί. Κόκκινο. Ψάχνοντας να βρω το τελευταίο παρόμοιο βίωμα. Ενδιάμεσα σε μία μισόκλειστη οροφή και μια σκηνή. Κάπου εκεί που ψάχνουμε το φεγγάρι «where is my moon?» Από αυτήν την σχισμή δεν διακρίνεται το φεγγάρι. Κρύβεται. Ένα φως όμως καταφέρνει να δραπετεύσει από τον φεγγίτη της διπλανής πολυκατοικίας και να πέσει μέσα στην σκηνή. Από το μικρό άνοιγμα της οροφής. Ένας δραπέτης που ήρθε να μου θυμίσει τη σύγκρουση της Ημέρας και της Νύχτας, του Φωτός και του Σκοταδιού. Εκεί που καταργούνται οι νόμοι της φύσης και οι σκιές αιωρούνται. Τελικά γίνονται πιο φωτεινές και από την ίδια μας την υπόσταση. Κι όλα αυτά, πάντα την ίδια ώρα…. “The Hour Of The Wolf” (Madrugada).Τι κι αν λείπει αυτήν την νύχτα το φεγγάρι. Όταν το φεγγάρι κρύβεται υπάρχει πάντα ένας μοναχικός λύκος που συνεχίζει να ουρλιάζει. Είναι η μόνη μου ελπίδα και τον κυνηγώ. Και όπως φαίνεται και πολύ ακόμα. Γεμάτο το Stage Volume 1. Ακούσαμε όλοι το κάλεσμα και η νύχτα άρχισε προς αναζήτηση θηραμάτων, όχι ανυποψίαστων αυτήν την φορά. Αλλά παλιών γνώριμων φαντασμάτων και ελπίδων. Ο θησαυρός κρυμμένος.

 

Η συναυλία με μέθυσε. Ίσως τώρα εξηγείται η ζαλάδα μου το επόμενο πρωινό. Όχι δεν ήπια. Μια μπίρα μόνο.

Μια φορά μου είχε πει ένα κορίτσι «Όταν πάω σε συναυλία προσπαθώ να φανταστώ ότι είμαι μόνη και παίζουν για μένα και έτσι απομονώνομαι και αυτό είναι τέλειο». Η σκέψη και μόνο με κάνει να ντραπώ, έχοντας εξαφανίσει όλους τους άλλους από δίπλα μου. Κρύβομαι. Κάθομαι κάτω. Σαν «φυλακισμένη» υπό τον ήχο του «prisoner». Φυλακισμένη της ζωής.

Ανάμεσα στην σχισμή που δημιουργούν τα σώματα του ερωτευμένου ζευγαριού –ωραίο κάδρο για φωτογραφία- το μάτι μου πέφτει στον Christer Knutsen. Στο τριαντάφυλλο καρφωμένο στο πέτο του σακακιού του. Ψάχνω να βρω στις φωτογραφίες που είχαν τραβηχτεί την προηγούμενη μέρα στο πάρτι υποδοχής. Τον είχα φωτογραφήσει με ένα λουλούδι. Αν ήταν αυτό;… Ήταν άλλο. Πάντα είναι άλλο, σκέφτηκα. Παρόλα αυτά, το τριαντάφυλλο αυτό έχει ήδη χαράξει την ιστορία αυτής της ημέρας. Χωρισμένο από το πέτο του μαύρου σακακιού, ποια τύχη θα ‘χει άραγε; Πάντα με ενδιέφερε η τύχη των πραγμάτων. Πολύ περισσότερο από κείνη των ανθρώπων. Όχι δεν δένομαι συναισθηματικά με τα αντικείμενα μου. Δεν προλαβαίνω. Τα χάνω εύκολα.

Βγήκαν, ξαναβγήκαν και βγήκαν ξανά. Ένα κομμάτι τους ίσως είναι ακόμα εκεί. Και ένα δικό μας είναι εκεί. Την 24η Σεπτεμβρίου του 2014 ήμασταν όλοι εκεί. Η μέρα όμως έχει αλλάξει, είχε παρέλθει. Την άφησα ελεύθερη να φύγει.  Όπως είχα αφήσει να φύγει και η προηγούμενη και τόσες άλλες, αφήνοντας τον εαυτό μου να εξασκείται απλά στην ζωή.

Med kjærlighet, Από μένα, από όλους μας, από το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης για κείνους στο βορειότερο άκρο της Ευρώπης, από τον καυτό ήλιο του Νότου στον ήλιο του μεσονυκτίου.

Σχολιάστε το άρθρο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Facebook
Twitter GooglePlus