page top

Περιμένοντας τη «στύση της γλώσσας»

Επιμέλεια : Σαβίνα Ακουμιανάκη Ψυχολόγος MSc

Δημοσιεύτηκε 20/5/2014 10:58

Περιμένοντας την «στύση της γλώσσας»

Πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από ή προς το πανεπιστήμιο ή το σπίτι τι σημασία έχει άλλωστε βρίσκομαι τοποθετημένη σε μια θέση στο λεωφορείο. Ανάποδα από την κατεύθυνση του δρόμου, για να μου υπενθυμίσει ότι «ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε». Θα ζαλιστώ σκέφτηκα και αμέσως με πιάνει πονοκέφαλος, ανακατωσούρα, και ίλιγγος. Μια ηλικιωμένη κυρία μπαίνει μέσα με τσάντες. Έχει το βλέμμα «Ας σηκωθεί κάποιος να κάτσω». Αφήνει να πέσουν κάτω οι σακούλες από την λαϊκή και τα πορτοκάλια ξεχύνονται στο γεμάτο από κόσμο, κινούμενο διάδρομο του λεωφορείου. Αδιαφορούν όλοι. Μάλλον δεν το παρατηρούν. Οι ήχοι της κίνησης, οι κόρνες, οι φωνές, τα φρεναρίσματα δεν ευνοούν μια θεαματική σκηνή δράματος. Την κατάσταση κάνουν χειρότερη η χρήση ακουστικών από την πλειοψηφία των επιβατών. Πάλι έπεσε σε μένα ο κλήρος. Καμιά φορά νιώθω σαν να θέλει κάποιος, σαν να το έχει βάλλει στοίχημα να με κάνει καλό άνθρωπο, φορτώνοντας την ήδη κατάφορτη συνείδηση μου με καλές πράξεις. Και μόνο που το διαβάζω, γράφοντας το, ακούγεται τόσο αυτάρεσκο. Μ’ αρέσει! Αφού λοιπόν μου ‘λάχε να κάνω άλλη μια καλή πράξη, σηκώνομαι, της προσφέρω την θέση μου και αρχίζω να περισυλλέγω τα πορτοκάλια από κάτω. Τρία κιλά, for sure.  Θυμάμαι όταν είχε πρωτοέρθει Ελλάδα ο άντρας της αδελφής μου. Είχε πάει στην λαϊκή αγορά και είχε ζητήσει «ντίο» πορτοκάλια. Του έδωσαν δύο κιλά. Μάλιστα ο ίδιος περηφανευόταν ότι τον συμπάθησαν και γι’ αυτό του έδωσαν παραπάνω σε τόσο χαμηλή τιμή. Σε λίγο καιρό μπορεί να καταργηθούν οι λαϊκές αγορές και να αντικατασταθούν με «φρουτο-mall» και αυτή η ιστορία να αποκτήσει διαχρονική αξία. Η κυρία καθισμένη πλέον στη ήδη ζεσταμένη από μένα θέση μου πιάνει το χέρι, με κοιτά και γέρνει το κεφάλι της προς εμένα. Ανασαίνω την χιλιομασημένη τσίχλα της. «Να πεις της μανούλας σου συγχαρητήρια. Δε υπάρχουν παιδιά σαν εσένα» Απ’ όλο αυτό μένω στη λέξη παιδί. Παιδί; Χμ...

Παρακάμπτοντας συνειδητά και σκόπιμα αυτή την «λέξη», σκέφτομαι ότι το τέλος της ημέρας θα με βρει για ακόμη μια φορά σε μια συναυλία. Μια συναυλία, εν μια νυκτί που είναι σχεδόν πανσέληνος.  Σαν κάτι να μου θυμίζει αυτή η μέρα. Το γιομάτο φεγγάρι που κάθε φορά μου φαινόταν κάτι νέο, που μου έδινε την ευκαιρία για μια μόνο μέρα κάθε μήνα, να το παρατηρήσω στην ολότητα του, απόψε δεν τραβά το βλέμμα μου. Τι κι αν κάνει τα πάντα γι’ αυτό. Τι κι αν στέκει ψηλά, κεντρικά, δίπλα από την κόκκινη φωτεινή καμινάδα της Τεχνόπολις, η οποία σαν φωτεινή ένδειξη προσπαθεί να οδηγήσει εκεί το βλέμμα μου.  Το ‘χω δει με την άκρη του ματιού μου, πως θα μπορούσα να μην το ‘χα. Θαρρώ πως για να με προκαλέσει αυτό το ξετσίπωτο φεγγάρι έχει περιτυλιχθεί με ένα θαμπό πέπλο γύρω του, κάνοντας ακόμα πιο έντονη την φωτεινή λάμψη του. Δεν θα παρασυρθώ, όχι απόψε. Ποιος ξέρει άραγε πότε… Ανοίγω την φωτογραφική μηχανή αλλά όταν κάτι δεν σε τραβά να το καταγράψεις στις λιγοστές λευκές σελίδες που έχουν απομείνει στο μυαλό σου, επιστρέφεις στα ήδη αποτυπωμένα. Παλιές φωτογραφίες. Όχι και τόσο. Από την προηγούμενη συναυλία στην Καλών Τεχνών. Και τότε το φεγγάρι ήταν γεμάτο. Τότε το είχα παρατηρήσει, γιατί με το όπλο στο κρόταφο με εξανάγκασε να σταματήσω τον χρόνο και να βγω για λίγο όσο κρατά μια αιωνιότητα- από μένα, από τον εαυτό μου. Αυτή την φορά έχασε ο χρόνος, που με νύχια και με δόντια με κράταγε στο «εδώ και τώρα» όπως λέμε και εμείς της γνωστικό-συμπεριφορικής κατεύθυνσης. Το φως του φεγγαριού εκείνη την μέρα ήταν πολύ έντονο. Αλήθεια να το ‘χε παρατηρήσει κάποιος άλλος. Θα το θυμάται κάποιος; Έμοιαζε με προβολέα. Οι συναυλίες έχουν αρχίσει εδώ και ώρα. Αλλά τα βήματα οδηγούν πίσω. Εκεί που βρίσκεται ένα σπιτάκι με γκράφιτι, και άλλα αποτυπώματα. Παράθυρα και πόρτες ανοιχτά. Τα ξύλινα παντζούρια κινούνται ανάλογα με τις ορέξεις του αέρα εκείνο το Σαββατόβραδο. Δεν έχει φωτισμό. Ακόμα και αυτό το φεγγάρι που με δυσκολία θα μπορούσε κάποιος να το κρύψει ή αποκρύψει, εκείνο το βράδυ αποφασίζει να καρφιτσωθεί πίσω από τα κλαδιά του δέντρου. Τα κλαδιά κρατούν το χάρτινο αυτό φεγγάρι σαν πινέζα. Από κάτω ξεπροβάλλει μια λευκή μάσκα, κρεμασμένη στα κλαδιά του ίδιου δέντρου. Άραγε είναι ακόμα εκεί; Οι φίλοι στήνονται, έτοιμοι για φωτογραφία. Η φωτογραφία αποκαλύπτει την τραγική πραγματικότητα που το σκοτάδι είχε αποκρύψει. Δυο μάτια ένα σε κάθε παράθυρο. Οι άνθρωποι όμως, οι φίλοι μου εκλείπουν. Είναι εκεί το ξέρω; αλλά δεν φαίνονται. Δεν μπορώ να τους δω! Μόνο αυτή τη μορφή του ανθρωπόμορφου σπιτιού μπορώ να δω. Και αυτή δεν φαινόταν πριν δω την φωτογραφία που μόλις τράβηξα. Αλλά ουδέν κρυπτόν υπό το φλας που δεν είχα ανάψει.

Η μουσική δεν ακούγεται εκεί πίσω. Τόσο κοντά μα τόσο μακριά.  Για την συναυλία θα πηγαίναμε. Εγώ θα έγραφα και κάτι. Αλλά δεν μου έβγαινε τίποτα. Η γλώσσα δεν έλεγε να έρθει σε στύση με τίποτα, τι κι αν την είχα ενισχύσει με τα πολυπόθητα “μπλε χαπάκια”, πολύτιμα βοηθήματα για την ενδυνάμωση της έμπνευσης. Προχωράμε προς την σκηνή, αλλά τα βήματα μας οδηγούν στα σκαλιά του ερειπωμένου πλέον οικοδομήματος, πολύ κοντά στην σκηνή. Αλλά το σώμα ακόμα αρνείται να φτάσει μέχρι την σκηνή. Το φεγγάρι γυαλίζει τόσο πολύ που σε παραζαλίζει. Ένας άντρας περνά από δίπλα και πέφτει στο κενό. Ευτυχώς μόνο κάποια εκατοστά κάτω. Έτσι απρόσμενα! Αμήχανη σιωπή, χαμόγελο συγκρατημένο, αποτέλεσμα κακεντρεχούς γέλιου που παραμένει ενδότερο. Πλησιάζει προς το τέλος η βραδιά. «Δεν πάμε και λίγο προς την σκηνή;… Δεν μπορώ να κοιμηθώ, πρέπει να παραταθεί ετούτη η βραδιά. Κάτι να συμβεί για να το σκέφτομαι καθώς θα αποκοιμιέμαι στον καναπέ.  Ο κόσμος έχει αρχίσει να φεύγει. Βρισκόμαστε μπροστά μπροστά. Παίζουν οι Radio Sol.  Κεντρικά κάτω από την σκηνή χορεύουν δύο κοπέλες με μακριά μαλλιά και κοντομάνικα. Η διαφορά είναι τόσο εμφανής. Εμείς με μπουφάν. Ο χρόνος και η φθορά του. Ένα φίλος με ρωτάει «Ποια θα μου άρεσε;» Συχνό παιχνίδι «Η μελαχρινή με τα πολύ μακριά μαλλιά αλλά αυτή γουστάρει να την φλερτάρει ο τύπος που κάθεται πίσω και έχει αρχίσει να έχει γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους. Αλλά έχει σχέση με κάποιον από το συγκρότημα» Με κοιτάει περίεργα. Όχι δεν ξέρω αν ισχύει κάτι από αυτά, αλλά προσπαθώ να ενεργοποιήσω την καταραμένη την φαντασία μου, που απόψε έχει αγκιστρωθεί πάνω στην αγκαλιά του Μορφέα. Εισβάλλει στο χώρο και ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι. Χορεύουν και είναι τόσο ερωτευμένοι που μοιράζονται τις μπίρες τους με τους διπλανούς· άντρες - γυναίκες. Στο πλάνο μπαίνει σαν περιστρεφόμενη σβούρα, ένας τύπος. Γιαπωνέζος. Όχι ότι έχει σημασία. Μεθυσμένος. Ούτε αυτό έχει σημασία. Σκέφτομαι τι θα έχει περάσει ο τύπος για να φτάσει εδώ, πόσο θαλασσινό νερό κατάπιε και πόσο κράτησε τα ούρα του μέσα σε ένα φορτηγό, αφήνοντας τις ανάγκες του για ούρηση, τροφή και νερό στις ορέξεις ή καλύτερα συν-ταυτίσεις με εκείνες του οδηγού. Πέφτει πάνω μας. Όχι σε μένα. Εγώ είμαι ένας απλός παρατηρητής. Αμέσως μόλις τελείωσε την αέναη περιστροφή του καταλήγοντας στην αγκαλιά της αδελφής μου, την πλησιάζω «Τι σου είπε;»  Δεν έχει και μεγάλη σημασία. Όπως κι να χει, είναι τόσο ευτυχισμένος που είναι εκεί, πίνει μπίρες και χορεύει στο ρυθμό των Radio Sol, που αμφιβάλλω κι αν τους ξέρει. Φαντάζομαι ότι αν ήξεραν, αν είχαν παρατηρήσει αυτό που εγώ παρατήρησα, θα ήταν πολύ χαρούμενοι που καταφέρνουν να κάνουν έναν τέτοιον άνθρωπο ευτυχισμένο. Έστω και με την πολύτιμη βοήθεια της μπίρας. Κάνω κάποια βήματα πίσω για να μην με παρασύρει με τις σβούρες του. Δεν έχω δύναμη ούτε να μας κρατήσω ούτε να αφεθώ στην δίνη της περιστροφής του. 

Καιρός να σηκώσω το βλέμμα μου στην σκηνή. Ουπς! Η απόλυτη ευθεία. Μια γραμμή που ξεκινά από μένα, περνά από τον τραγουδιστή και καταλήγει στο φεγγάρι. Με ποιον όμως να το μοιραστώ αυτό; Τι να πω, δες αυτήν την νοητή ευθεία; Κανείς δεν θα με πίστευε, αφού οι αδύναμες αισθήσεις μας δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο.  Η λάμψη αυτού του φεγγαριού μου θυμίζει κερκίδα γηπέδου σε πολυαναμενόμενο ντέρμπι. Ποιον αγώνα παρακολουθούμε άραγε και ποια να είναι τα συνθήματα. Θα μπει κανένα γκολ ή θα φύγουμε απογοητευμένοι από την διάψευση των προσδοκιών μας. Κινούμαι λίγο και όλα χάνονται. Αυτή η τέλεια ευθεία όταν άρχισε να γίνεται ζικ ζακ ή να καμπυλώνει άλλαζε όλη την αισθητική. Τίποτα πλέον δεν μπορούσε να με επαναφέρει σ' αυτήν την άχρονη στιγμή. Αφού δεν μπορώ να ξαναμπώ σε αυτήν την χωροχρονικοταξική διάσταση, το βλέμμα μου τραβούν οι λιγοστοί που έχουν απομείνει. Ένας φωτογράφος. Με τον φωτογράφο εκεί να τους περιεργάζεται σαν γύπας που περιμένει να «τελειώσουν» τα ετοιμοθάνατα θηράματα του, κάθε αίσθηση ασφάλειας χάνεται. Αυτός ο γύπας αρνείται να τους κοιτάξει κατάματα. Σε λίγο θα θυμάμαι μόνο το μοντέλο της μηχανής που κρατάει, τίποτα άλλο και θα κάθομαι εκεί δίπλα σε όλους αυτούς που δεν με ξέρουν και ποτέ δεν θα με μάθουν, θα κρυώνω και θα έχω αρχίσει να μην πιστεύω ούτε σε αυτά που γράφω.

Τώρα, έχουν περάσει βέβαια δυόμιση συναυλίες. Το μπουφάν έχει βγει ακόμα κι από μένα. Ο καιρός δεν θέλει να επιβεβαιώνει αυτά που λέω και αρχίζει να φυσά. Πολύ ζηλιάρης εραστής. Σαν παθιασμένοι εραστές κάνουμε, που όταν ο ένας αφήσει τον άλλον, ο δεύτερος από πληγωμένο εγωισμό, συκοφαντεί τον άλλο με σκοπό να μην υπάρξει άλλος εραστής μετά από αυτόν, έτσι ώστε όλοι να τον αποφεύγουν, χωρίς καν να τον έχουν γνωρίσει.

Πως χωρούν λοιπόν δυόμιση συναυλίες σε ένα άρθρο; Πώς να τις στριμώξω στην γωνία για να μου κάτσουν; Ειδικά τώρα που μπαίνει η άνοιξη. Ο ήλιος ο αστραφτερός και άλλα τέτοια περί έρωτος κι άλλων δαιμονίων, θ' αρχίσουν να ανθίζουν σαν μπουμπούκια σε τοίχους του δρόμου και του διαδικτύου. Κι εγώ δεν θέλω να τ' ακούω άλλο, γιατί κι εγώ ξέπεσα. Αλλά  όπως ξέρουμε πολύ καλά «…οι άνθρωποι δεν συγχωρούν όποιον από έρωτα εκπέσανε» Κι επειδή πέρασα στην άλλη πλευρά του καθρέπτη, έχω να σας πω ότι ζωή σε αυτήν την πλευρά δεν υπάρχει.  Κάποιοι θα θεωρήσουν ότι είμαι δυστυχής βλέποντας μέσα, άλλοι πάλι ευτυχής βλέποντας έξω. Ε, λοιπόν είμαι και τα δύο, ταυτόχρονα. Αυτές οι δυνάμεις βρίσκονται σε αιώνια πάλη μεταξύ τους, τραβώντας το σκοινί προς την μεριά τους, σαν παιχνίδι δύναμης. Καμία δεν μπορεί να νικήσει, οι δυνάμεις τους είναι ισοδύναμες. Το μόνο που φοβάμαι είναι μην σπάσει το σκοινί στην μέση γιατί ήδη έχει αρχίσει να φθίνει. Ακούω τον ήχο του τεντωμένου σχοινιού. Έναν ήχο που καλύπτει η μουσική από το «μαύρο ρόδο» που ακούγεται σε μια άλλη συναυλία. Η εικόνα που έρχεται στο μυαλό μου είναι ενός αγοριού. Ψηλός, νέος, ντυμένος στα μαύρα, με μακριά μαύρα μαλλιά, αλυσίδες με άσπρο μακιγιάζ. Γκόθικ. Στα χέρια του κρατά ένα ψεύτικο, πλαστικό μαύρο τριαντάφυλλο το οποίο δίνει σε μια κοπέλα, στην κοπέλα του. Εγώ κάθομαι απέναντι σε ένα κάθισμα του μετρό. Δεν θυμάμαι διαδρομή. Θέλω να το σχολιάσω με τον φίλο μου, που κάθεται δίπλα αλλά θα ήταν αγενές. Ένα βλέμμα αρκεί. «Κατάλαβα!»…Ρόδα, λουλούδια…πρέπει να ποτιστούν και τα ρόδα στο παλιό σπίτι… Αυτά ακόμα σε πείσμα της δικής μου κατάστασης επιβιώνουν και ανθίζουν, επιδεικνύοντας μου περίτρανα ότι αυτά είναι πιο ανθεκτικά από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Μετά… ξουργείο! Που να πας, έχεις βαρεθεί. Αστάρι, τυφλόμυγα, εντροπία, τσουλήθρα, τρίπορτο, τριφασικό, στου Τζίμη ή στην πλατεία. Άραγε πόσοι έχουν κάτσει σε αυτό το τραπεζο-παγκάκι; Τελικά κάπου καθόμαστε. Για λίγο. Το πολύ δεν αντέχεται. Για μια μπίρα. Κι αν βαρεθούμε, φεύγουμε. Από δίπλα μας περνά ένας τύπος με ανοικτή ομπρέλα. Δεν βρέχει. Έχει ωραίο ντύσιμο και φαίνεται ντροπαλός. Αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να τον γνωρίσουμε. Τι κρίμα όμως. Απομακρύνθηκε προτού πάρουμε την απόφαση να του μιλήσουμε. Μετά από μια μπίρα που έμελλε να δώσει την θέση της σε δεύτερη, ο τύπος με την ομπρέλα έρχεται και κάθεται δίπλα μας. Μ’ έναν φίλο του. Αρχίζει να ψιχαλίζει. Για ένα λεπτό, όχι παραπάνω. Γυρνάμε και του λέμε «Κάτι ήξερες εσύ και κυκλοφορούσες με ανοικτή την ομπρέλα», εκπληρώνοντας το χρέος μας ότι θα έπρεπε να του είχαμε μιλήσει. Χαμογελάει και μας λέει «Ε, την ήξερα την τύχη μου. Πριν βγω διάβασα στο διαδίκτυο ότι θα βρέξει οπότε πήρα την ομπρέλα και την είχα ανοίξει αλλά δεν έβρεχε μέχρι που την έκλεισα και έκατσα.» Αυτός ο τύπος είναι φοβερά ενδιαφέρον σκέφτομαι. Κάποια στιγμή θα γράψω ένα θεατρικό που στην σκηνή θα περιφέρεται ένας άντρας με ομπρέλα. Τι θα έκανε άραγε ο André Breton αν βρισκόταν εδώ; Και ενώ σκεφτόμαστε την απαρχή ενός καινούργιου κινήματος, εμφανίζεται ένας κλόουν. Μια φίλη, ξετρυπώνει από μια αποθήκη, ένας ρόλος βγαίνει εκτός παράστασης και έρχεται να μας βρει. Σαν κεραυνός εν αιθρία Δίνουμε ραντεβού για μια παράσταση και για μια συνάντηση σε μια χώρα κάπου αλλού. Λαβύρινθος. Αυτός της ζωής μου στην Κνωσσό. «Αρκετά δεν κάτσαμε εδώ;» Πάμε και αλλού. Καθόμαστε. Ποιος θα ήταν ο πιο προσιτός σερβιτόρος εδώ; Τον βρίσκει η φίλη μου. Είναι καλή σε αυτό. «Θέλουμε ότι πιο φτηνό υπάρχει, έχουμε μόνο 3 ευρώ» Μας φέρνει μπίρα. Η μπίρα δίνει την θέση της σε πολλά σφηνάκια. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα…who knows? Μας φέρνει και ξηροκάρπια. Μας προτείνει να μας φέρει σουβλάκια από δίπλα. Πρέπει να δείχνουμε πολύ πεινασμένες.  Δίνουμε ραντεβού για καφέ. Μια από τις επόμενες μέρες. Αλλά πάντα κάτι άλλο θα συμβεί τις επόμενες μέρες. Έτσι έγινε και αυτήν την φορά.

Σε άλλο χρόνο, μα στο ίδιο μέρος, μια άλλη συνάντηση λαμβάνει χώρα. «Γεια» Από τις συναυλίες ξεπήδησε αυτός ο φίλος. Φίλος φίλων και γνωστών αγνώστων. Μα πως τον λένε; Ευτυχώς υπάρχουν και καινούργια πρόσωπα στην παρέα. Θα αναγκαστεί να συστηθεί, χωρίς να το κάνω εγώ. Έχω εφεύρει πολλές τεχνικές για τέτοιες περιπτώσεις. Μια από αυτές είναι να προσποιηθείς ότι χτυπά το κινητό σου και να πρέπει να το σηκώσεις. Λες «Συγνώμη μια στιγμή, συστηθείτε κι έρχομαι». Δεν χρειάστηκε. Αυτοσυστήθηκε. Πολύ μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που έρχονται και αμέσως συστήνονται εκ νέου. Το γαϊτανάκι των γνωριμιών αρχίζει να ξεμπλέκεται σε τούτο το καρναβάλι. Λέξη συνυφασμένη με το Μεταξουργείο. Δεν πήγα την τελευταία φορά. Δεν χώραγα μέσα σε τόσο χρώμα. «Λες να κάναμε κάτι και εμείς σ’ αυτήν την γιορτή;» Θα μπορούσαμε να πάμε στην επόμενη συνέλευση, εκεί στο γνωστό παγκάκι. Να λέγαμε τι; Να και ο Τάσος με την Μαίρη. «Χίλια χρόνια θα ζήσετε!» Μικρό το Μεταξουργείο. Δεν θέλω να θυμάμαι…

Επιστρέφω κάτω από αυτό το γιγάντιο κόκκινο βέλος με την ένδειξη «Εδώ!» να αναγράφεται με άυλο στυλό και να δείχνει την σχεδόν πανσέληνο. Με μια  μηχανή στο χέρι που δεν έμελλε να χρησιμοποιηθεί και μια κατάγεμη σελήνη που δεν θα την κοιτάξω.  Χαμογελώ μόνη μου σκεπτόμενη ότι εκείνη την μέρα έφυγα από το αρχαίο θέατρο του Διονύσου εκεί που ξεκίνησαν όλα και βρέθηκα να συγχρονίζω το σώμα μου σε ρυθμούς διονυσιακής ταραντέλας. Ίσως γι αυτό να αρνιόμουν πεισματικά να αντικρίσω αυτό το φεγγάρι.

Κάπου εκεί ακριβώς μπροστά μας βρίσκεται μια φιγούρα γνώριμη. Μια τυχαία συνάντηση,  μετά από μια μπρεχτική παράσταση. Μια φιλοσοφική συζήτηση περί αγάπης και πίστης. Μια απορία που έχει μείνει ακόμα αναπάντητη σαν τις κλήσεις μας. Δίνεται πάλι νέο ραντεβού για μια επόμενη συνάντηση που δεν θα συνοδεύεται από σοκολάτα με φουντούκια αλλά από κρασί, κατά προτίμηση κόκκινο.  

Παρατηρώ ότι είναι λάθος απόψε η ενδυμασία. Στους encardia έπρεπε να είχαμε έρθει με φουστανέλες κι όχι στον Γραμμένο.  Όλα είχαν πάει στραβά εκείνη την μέρα. Εδώ και τα ηχεία είχαν πρόβλημα.  Στον Γραμμένο όμως ήταν αλλιώς.  Στις φίλες μου πάντα πήγαινε καλά ο Γραμμένος. Κάθε φορά πέρναγαν καλά. Ε γιατί όχι εγώ; Η φίλη μου κάθε φορά που άκουγε τον Γραμμένο ή που θα απολυόταν ή που θα έβρισκε δουλειά. Αυτήν την φορά βρήκε. Εγώ παραμένω σταθερή του λέω. Άνεργη. Προτιμώ να λέω αυτό από το «Είμαι ψυχολόγος και θεατρολόγος» Τον έναν τον φοβούνται γιατί θεωρούν ότι θα λογοκρίνει τις σκέψεις τους, τον άλλο τις καλλιτεχνικές τους πράξεις.

Λίγα λεπτά πριν φτάσουμε εκεί, στον Γραμμένο, λίγα λεπτά πριν επέλθει και για μένα μια αναπάντεχη αλλαγή, πριν βρω εργασία;;; είχε προηγηθεί μια τραγική συνάντηση με ένα Ισπανό από το couchsurfing. Συνάντηση στο Θησείο 8.30. Φτάνω στην ώρα μου. Δεν τον βρίσκω, δεν τον ξέρω. Λαμβάνω ένα μήνυμα του στις 8.35. «Σε πέντε λεπτά φεύγω». Διαβάζοντας το, ενισχύεται ο πονοκέφαλος μου. Η απειλή ήταν ξεκάθαρη. Η ζωή μου βρίσκεται σε κίνδυνο. Μακάρι να μην βρεθούμε. Δυστυχώς αρχίζει και πλησιάζει κάποιος. «Πρέπει να είσαι γλυκιά και ευγενική» λέω από μέσα μου… παρόλο που θες να του πεις να πάει στο διάολο και να μη ξανάρθει, καλό θα ήταν να συγκρατηθείς, να χαμογελάσεις, να μιλήσεις για τον ήλιο και την Ακρόπολη και το πώς του φαίνεται η Ελλάδα. Ψελλίζω ένα «I am sorry for my delay but you know» με διακόπτει «Do you speak Spanish?»…Σκέφτομαι… του δίνεις μια γερή κλωτσιά, ξεσπάς και τα νεύρα σου πάνω του και πας τρέχοντας στην συναυλία του Γραμμένου, σε μια νέα αρχή. Τελικά χρησιμοποιείται το λογικό κομμάτι του εγκεφάλου και μουρμουρίζω ένα «Si claro que hablo espanol... tu hablas griego?» Αρχίζουμε να περπατάμε, φυσικά και δεν μίλαγε ελληνικά. «Porca miseria!» για να μην πω κάτι χειρότερο για «Τρόγιες». Λίγα μέτρα πιο κάτω, μεταξύ Θησείου και Πλαταιών και ενώ μου έχει πει ότι κάηκε από τον ήλιο και ότι χάρηκε που πήγε σε ένα συνέδριο που ήταν ο Σαμαράς (ναι το άκουσα καθαρά) μου λέει «Φτάνουμε; Πόσα λεπτά θέλουμε ακόμα; Τι μουσική είναι αυτή που θα παίζει; Τι κόσμο θα έχει; Κουράστηκα, να πάρουμε ταξί; Πως θα επιστρέψω στο Μοναστηράκι;» Μετά από αυτόν τον βομβαρδισμό, συναντάω και την παρέα μου, που περίμενε στην Πλαταιών, δύο λεπτά από το μέρος που θα λάμβανε χώρα η συναυλία. Σκέφτομαι να τον συστήσω ή να του δείξω το δρόμο της επιστροφής ή καλύτερα οποιονδήποτε δρόμο αρκεί να μην έβγαινε αυτός ο δρόμος σε μένα. Σταματάω και εκεί που όλοι περιμένουν τις συστάσεις, λέω «Ξέρεις κάτι, νομίζω ότι είσαι πολύ κουρασμένος και καλύτερα να πάρεις το μετρό …metro kerameikos... estas de acuerdo?» Φαντάζομαι δεν είχε και πολλές επιλογές. Η παρέα μου με κοιτά με απορία. Τους λέω «Πάει ο πρώτος για σήμερα» και συνεχίζουμε τον δρόμο μας, σαν να μην έγινε ποτέ αυτό. Σαν να ήταν σε ένα άλλο αντιπαράλληλο σύμπαν που όμως εμείς βρισκόμασταν απασχολημένες σε ένα άλλο. Que pena! Βέβαια μαζί με αυτόν είχε πάει περίπατο και κάθε καλή διάθεση. Αυτή η διάθεση με συνοδεύει και μέσα στο μαγαζί. Η συναυλία αργεί να ξεκινήσει. Σκέφτομαι να φύγω. Την πόρτα έχουν μπλοκάρει ανεπιθύμητοι. Αυτούς τους έχω διώξει άλλη φορά. Κοιτάω την παρέα μου και αναγνωρίζω αυτό το βλέμμα. Είναι μεταξύ επίκλησης να γίνω λίγο πιο γλυκιά με τους γύρω μου και συγκαταβατικής κατανόησης για το πώς νιώθω. Σκέφτομαι ότι παλιά εγώ θα ήμουν αυτή που θα έδινε την λύση. Αλλά αφού δεν μπορώ να λύσω την κλωστή του μίτου σαν άλλοτε Αριάδνη, ανοίγω φιλοσοφική συζήτηση για το ότι κανένας δεν μιλάει σε κανένα, για την αποξένωση και πόσο με εκνευρίζει που με αφήνουν και λέω βλακείες και δεν μου απαντούν με ένα «Χαλάρωσε ρε μαλάκα», και εκεί βγαίνει ο Γραμμένος για να δώσει την λύση της τραγωδίας. «Θα ξαναβγώ σε πέντε λεπτά για να σας αφήσω χρόνο να ολοκληρώσετε αυτά που λέτε γιατί βλέπω ότι όλοι μιλάτε μεταξύ σας και υπάρχει αυτή η διάθεση συνομιλίας» Εντάξει λέω «Χτύπα και συ τώρα».  Η νύχτα όμως εξελίσσεται απρόσμενα καλά… Οφείλω να τον παραδεχτώ τον Γραμμένο. Άνθρωπος που κατάφερε να μεταλλάξει αυτήν την διάθεση …αξίζει ένα καφάσι μπίρες. Αν και από ότι παρατήρησα δεν έπινε μπίρα. Va bene!

Κάπου εκεί και οι radio sol ...ωχ ακόμα δεν έγραψα ένα άρθρο από την συναυλία στην Καλών Τεχνών. Το μόνο τραγούδι που άκουσα στην Καλών Τεχνών ήταν το «Θέλω καφέ.» Σκέφτομαι τους συμμεταπτυχιακούς της θεατρολογίας στο άκουσμα ότι καλό θα ‘ταν να μην ερχόμαστε με καφέδες στην αίθουσα. Μια γρήγορη ρουφηξιά απορροφώντας όσο το δυνατό μεγαλύτερη ποσότητα καφέ και κατεβάζουμε τον καφέ κάτω. Έπειτα τα μαθήματα γίνονταν στο θέατρο του Διονύσου και στο Ηρώδειο…υποψιαζόμαστε για να μην πίνουμε καφέ. Θα ήταν ο μόνος τρόπος να τον κόψουμε. Θυμάμαι στην Ισπανία …«Μαριάνα εδώ δεν πίνουν καφέ, μόνο αν έχεις την τύχη να συναντήσεις κάνα Ιταλό» Δύσκολες εποχές στην Ισπανία. Καφές από ιταλική καφετιέρα και δυο παγάκια σε άλλο ποτήρι για να τα προσθέσεις «μπλούμ» μέσα στο ποτήρι με το γάλα και το λίγο καφέ, στην άκρη του κουταλιού που λέμε. Όχι η ζάχαρη, ο καφές. Την σκέψη μου διακόπτει το γνωστό τραγουδάκι «Happy birthday to you» Όχι πάλι! Κάθε φορά που βγαίνω πετυχαίνουμε το ίδιο σκηνικό, μια τούρτα σοκολάτα να περιφέρεται από μπροστά σου μισολιωμένη, λέγοντάς σου χαμηλόφωνα «τώρα είναι η κατάλληλη ώρα να την φας» Και αυτοί εκεί οι εκάστοτε αυτοί- δεν την τιμούν. Η τούρτα επιστρέφει πίσω για να μπει στο ψυγείο. Τόσα άτομα μια τούρτα δεν καταφέρνουν. Ένα πιάτο περνάει από μπροστά μου, λίγα μόλις χιλιοστά στο ύψος του στόματος μου. Ένα pause και αρπάζεις την τούρτα. Βυθίζομαι στο βένθος των σκέψεων μου για να ανασύρω κάνα πολύτιμο μαργαριτάρι. Μια τούρτα γενεθλίων. Αλλά έχω μόνο την πιο πρόσφατη. Αυτή ενός κρουασάν σοκολάτα από το περίπτερο με ένα ρεσό απάνω. Τρία άτομα. Πυτζάμες. Τοίχος. Plain Jane. Ακούγεται καταθλιπτικό αλλά είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή που έχω εύκαιρη, να ανασύρεται από την μνήμη μου. «Κάνε μια ευχή!» Να γελάσω…Θα ξαναγελάσω άραγε; Ίσως αν γίνει κάτι πολύ αστείο και συνοδευόμενο με πολύ κρασί ή ένα καφάσι μπίρες. Και ένα καλό αστείο από στόμα κάποιου που «έχει αφαιρεθεί» Και χωρίς να το σκεφτώ, ασυνείδητα μέθυσα. Δε έχει σημασία με τι. Όπως λέει ο Μποντλαίρ «…με κρασί, με ποίηση, με αρετή, όπως σας αρέσει…αλλά μεθύστε.» Εγώ επέλεξα το πιο δυνατό ποτό· αυτό της λογοτεχνίας. Αυτή λοιπόν για μένα είναι μια στιγμή... «M’ illumino d’ immenso».

Τελειώνει και η συναυλία. Όπως συνήθιζε να λέει και ο μπαμπάς κάθε φορά που τελείωνε ένα γεύμα «Finito la musica, passato la festa» Τόσο νωρίς; Τόσο νωρίς. «Πάμε να πούμε ένα γεια στο φίλο που μας είχε κεράσει τα σφηνάκια και τα ξηροκάρπια;» Ναι, αλλά πως τον λένε; Νίκο, Αλέξη ή κάτι άλλο. Συνήθως κάνω συνδυασμούς που μένουν στο μυαλό. Αυτή την φορά ξέχασα τον κωδικό και η τρίτη συνεχή αποτυχημένη προσπάθεια κλείδωσε το μυαλό μου. Μπαίνουμε μέσα αλλά δεν είναι εκεί. Υπήρχε ή ήταν και αυτός τέκνο της φαντασίας μου;

-«Ψάχνουμε ένα φίλο, που εργάζεται εδώ.

-Πως τον λένε;

-Εεε…Νίκο;

-Εμένα ρωτάς;

-Αλέξη νομίζω…

-Είναι πολύ φίλος σας ε;

-Εκείνη την βραδιά ναι ήταν»

Μ’ αυτά και με κείνα, νομίζω «ψιλοσηκώθηκε» και η γλώσσα μου. Ποιος δεν θα ερεθιζόταν άλλωστε μετά από τόσες προκλήσεις – προσκλήσεις. Η συναυλία τελειώνει και εμένα μου μυρίζει λεμοντσέλο. Έτσι, με μια γεύση di limone in la bocca! Για την επόμενη άχρονη στιγμή αιωνιότητας που θα έρθει ενώ κανείς δεν περίμενε να έρθει γιατί θα έχει ακούσει τα αναστενάγματα και την δίψα της ψυχής μου για αντικείμενα, εικόνες, αισθήσεις, και ψευδαισθήσεις που θα μετουσιώσουν ιδανικά σε τέχνη. «Non c'era da vinì, e so' vinutu, so' li sospiri tua, so' li sospiri tua m'hannu chiamatu

 

Σχολιάστε το άρθρο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Facebook
Twitter GooglePlus