page top

Το κόκκινο διαφημιστικό στυλό και άλλες ιστορίες με αφορμή την παράσταση Dark Matter

Επιμέλεια : Σαβίνα Ακουμιανάκη Ψυχολόγος MSc

Δημοσιεύτηκε 5/3/2014 12:29

Πρώτη φορά στο Λονδίνο; Πρώτη φορά στο Λονδίνο! Με πρόσχημα συνεντεύξεις με καθηγητές, συναντήσεις με φίλους, παλιές αγάπες, οικογενειακές υποχρεώσεις, ακόμα και λόγους υγείας, είχα ήδη έτοιμο το άλλοθι. Ένα για κάθε περίσταση. Ένα έγκλημα πρέπει να είναι καλά οργανωμένο. Κανείς δεν θα υποψιαζόταν τον αληθινό λόγο της παρουσίας μου στο Λονδίνο. Ούτε εγώ η ίδια.

Με μια μικρή βαλίτσα, ελαφρότερη των οκτώ κιλών, όπως όριζαν οι κανόνες της αεροπορικής εταιρείας, έφυγα για να εκπληρώσω τον ιερό σκοπό που μου είχα αναθέσει εν αγνοία μου. Τελευταίο αντικείμενο που στρίμωξα μέσα στην τσάντα μου, αφήνοντας το να χαθεί μέσα στο χάος της, ήταν ένα κόκκινο στυλό. Θα έγραφα σημαντικά πράγματα μ αυτό. Το ήξερα εκ των προτέρων. Τελικά δεν το χρησιμοποίησα παρά μόνο την τελευταία βραδιά. Παρά μόνο λίγες ώρες πριν αναχωρήσω από το Λονδίνο, παίρνοντας το δρόμο του πηγαιμού και όχι της επιστροφής, όπως είχα αφήσει να εννοηθεί. Μέχρι την τελευταία αυτή μέρα, το έβγαζα, το γύριζα έως ότου ανοίξει και ακουστεί το χαρακτηριστικό «κλικ». Επαναλάμβανα αυτή την διαδικασία αντλώντας μεγάλη ικανοποίηση. Τελικά το ξαναβουτούσα στην τσάντα που πλέον ήταν γεμάτη από αποδείξεις που κράταγα μανιωδώς. Συνήθεια από Ελλάδα. Πρέπει να ήταν πολύ αποπνικτικά εκεί μέσα για εκείνο το στυλό. Χαμένο, πνιγμένο μέσα σε τόσους αριθμούς.

Εκείνη την τελευταία νύχτα στο Λονδίνο, κάπου ανάμεσα σε αγγλικές μπίρες και ανείπωτα βλέμματα, παρατήρησα το χρώμα του. Θυμάμαι το ακριβές χρώμα του στυλό. Το χρώμα που έπαιρνε κάτω από το τραπέζι, την στιγμή που άλλαζε βιαστικά τα χέρια προκείμενου να χρησιμοποιηθεί για να αποτυπώσει γραπτώς μια ευχή για μια νέα αρχή «Συγχαρητήρια, Καλή αρχή!» Και έτσι κατάφερε να εκπληρώσει το χρέος του αυτός ο κόκκινος στυλό που στην ουσία είναι Μπορντό. Σαν το βαθύ κόκκινο του κρασιού. Του ίδιου κρασιού που με ακομπανιάρει τις νύχτες πόσης στο Ηρώδειο.

Δεν θυμάμαι αν αυτό το στυλό άλλαξε χρώμα. Αν ήταν πιο ανοικτό ή ίσως πιο σκούρο. Αν ο χρόνος το αλλάζει. Αλλά αυτό συμβαίνει στους ανθρώπους συνήθως. Εννοώ ότι ο χρόνος τους αλλάζει. Κι όμως αυτό δεν είναι το πιο περίεργο με αυτό το στυλό. Το δυσεξήγητο με αυτό το στυλό είναι ότι δεν θυμάμαι πως βρέθηκε στα χέρια μου. Αν ήταν το αυθόρμητο δώρο από κάποιο αγαπημένο πρόσωπο συνοδευόμενο από ένα «Κράτησε το!» και ένα βλέμμα σαν αυτό που ανταλλάσσουν εκείνοι που κρύβουν κάποιο κοινό ανομολόγητο –ακόμα και στους ίδιους- μυστικό. Δεν θυμάμαι αν το πήρα βιαστικά από κάποιον ή από κάπου για να προλάβω να γράψω μια σημαντική πληροφορία… Άραγε τι; Ή ακόμα αν το δανείστηκα καθώς έγραφα εξετάσεις γιατί ο δικός μου είχε χαλάσει ως συνήθως. Άραγε πως έγραψα, πέρασα τις εξετάσεις; Ίσως τελικά να κατέληξε σε μένα μόνο και μόνο γιατί βρέθηκε μπροστά μου, πεσμένος κάτω. Το πιο πιθανό όμως είναι να ήταν παρατημένος σε ένα ξύλινο τραπέζι. Ένα τραπέζι σαν αυτά που έχουν οι παραλιακές ταβέρνες κάποιου ελληνικού νησιού κατά την διάρκεια του καλοκαιριού. Εκεί αφημένα. Έξω. Ακόμα και όταν η ταβέρνα είναι κλειστή. Δίπλα ή μάλλον κάτω από τα αλμυρίκια. Εκεί που καταλήγουν -σχεδόν ξημερώματα- οι περιπατητές της προηγούμενης νύχτας μετά από μια «Walk of shame». Εγώ θα γράπωσα αυτό το στυλό για να καλύψω την αμηχανία που συνάδει το γεγονός να είσαι μάρτυρας μιας τέτοιας αποτρόπαιης πράξης. Θα το κράταγα σαν μαχαίρι, μπορεί και να κάρφωνα την μύτη του στην ήδη ταλαιπωρημένη από την αλμύρα επιφάνεια του ξύλινου τραπεζιού.

Αυτό όμως μου θυμίζει εκείνο το μικρό μαχαίρι που αγοράστηκε βιαστικά από ένα παλιό μαγαζί μια μέρα που έπρεπε κάποιος να φύγει και κάποιος να μείνει. Τότε είχα επιλέξει το ρόλο του να μείνω. Ακόμα θυμάμαι αυτό το κρητικό μαχαίρι. Και όσο σκέφτομαι ότι ένα τέτοιο δώρο είναι τόσο κοινότυπο για μια Κρητικιά που καταντά σχεδόν προσβολή, άλλο τόσο θέλω να υπερασπιστώ τα «κοινότυπα» και τα «απλά» έναντι στα «πρωτότυπα» και «πολύπλοκα» για λόγους δικαιοσύνης. Το μαχαίρι εκείνο έγραφε «Το δώρο μου είναι μικρό, πρόσεξε μην το χάσεις, γιατί το δώρο σα χαθεί και μένα θα ξεχάσεις». Μα ιδού, αυτό θα φταίει σκέφτηκα που δεν θυμάμαι ποιος μου το δώσε. Προσπαθώντας να λύσω το μυστήριο πίσω από το ποιος, πότε και γιατί μου έδωσε το κόκκινο στυλό, συνειδητοποιώ ότι το έχασα. Ότι η τύχη του αγνοείται. Το αίνιγμα απαιτεί την απάντηση δύσκολων ερωτημάτων όπως «Άραγε ποιος να είναι ο τωρινός του κάτοχος; Ποιος έγραψε τελευταίος; Ποιο ένοχο μυστικό ενώνει εμένα και τον κάτοχο;» Υπάρχουν πολλοί που ήταν παρόντες στην σκηνή του εγκλήματος.

Γυρνώντας πίσω στο τόπο και χρόνο του εγκλήματος, το μόνο που θυμάμαι είναι η σαστιμάρα που ένιωσα όταν έπρεπε να φύγω και να «αποχαιρετίσω» ανθρώπους, αντικείμενα, καταστάσεις, σχέδια. Και καλά όταν το φευγιό λαμβάνει χώρα μέσα στο μαγαζί, πες λίγο ο θόρυβος, λίγο το ημίφως, λίγο η ζέστη -μια σωρεία από αποπροσανατολιστικά στοιχεία- ξεχνάς και συ και οι άλλοι τι λέτε. Μπαίνει ο αυτόματος πιλότος. Αυτός που σε βοηθάει να βρεις το δρόμο για το σπίτι, όταν η μνήμη σταματάει εκεί που έχεις βγάλει τα λεφτά να πληρώσεις την τελευταία μπίρα της βραδιάς. Ίσως και λίγο πιο πριν. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν επήλθε λόγω κάποιου άκρατου, βακχικού ενθουσιασμού ή διονυσιακής πόσης αλλά λόγω απουσίας συναισθηματικής εμπλοκής. Είναι αυτό που λένε στην Αγγλία «propriety» ή «formality». Αυτά που λέμε σε τυπικές περιπτώσεις, όπως το «Να ζήσετε!» και το «Και του χρόνου!». Το πιο αστείο απ' αυτά είναι το «Καλορίζικο» που προορίζεται όταν γεννιέται ένα παιδί.

Επιστρέφοντας στις τελευταίες στιγμές σε εκείνο το μπαρ, όταν έπρεπε να βάλω τον αυτόματο πιλότο για λόγους αποφυγής συναισθηματικής κατρακύλας, φαντάζομαι είπα κάτι του τύπου «Χάρηκα, ευχαριστώ πολύ και εύχομαι να τα πούμε σύντομα». Ναι! σίγουρα το λες και αυτό. Κάθε αξιοπρεπής αποχαιρετισμός εμπεριέχει και την υπόσχεση μιας μελλοντικής συνάντησης. Είναι μάλλον στην ανθρώπινη φύση μας. Γονιδιακό, δεν εξηγείται αλλιώς…Τι γίνεται όμως όταν βγαίνεις έξω από αυτό το ζεστό, προστατευμένο μέρος -ΤΟ ΜΠΑΡ; Εκεί που δεν υπάρχουν όλα αυτά τα αντικείμενα που αποσπούν την προσοχή σου μεθυστικά; Και μπορεί να γίνει και χειρότερο. «Face to face». Και εκεί που λες το γλίτωσα, φεύγω και δεν χρειάζεται να πω κάτι περισσότερο, να σκεφτώ ότι φεύγω και πως θα ήταν αν δεν έφευγα ή πως θα είναι που θα φύγω…. «Να σε συνοδεύσω έξω;» και εκεί λες «Ο ναι» που δεν σημαίνει «Ω ναι!» αλλά είναι συγκερασμός των λέξεων «όχι» και «ναι». Η δράση κορυφώνεται απουσίας αποπροσανατολιστικών στοιχείων. Ούτε τσιγάρο, ούτε περαστικοί, ιδανικό για να διαπραχθεί ένα έγκλημα σκέφτομαι. Ψάξε για αποπροσανατολιστικά στοιχεία. Ουπς! Δύο κουβέρτες! «Τι γνώμη έχεις γι' αυτές τις κουβέρτες;» Ευτυχώς δεν το είπα αλλά αυτές οι στιγμές είναι ιδανικές για να πεις ότι βλακεία θες. Επαναλαμβάνεις τα ίδια -κινήσεις και λόγια- «Χάρηκα…Πραγματικά χάρηκα…Αλήθεια χάρηκα». Γενικά πέφτει πολλή χαρά για να μην πέσει σιωπή. Επίσης πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν και οι τυπικές χειρονομίες, όπως η χειραψία και οι αγκαλιές. Ευτυχώς εγώ έμεινα στις δύο αγκαλιές νομίζω. Αυτό γίνεται για να μην επέλθει αυτό που εγώ λέω «σωματική βουβαμάρα» που συνεπάγεται πάγωμα χωρίς να λες και να κάνεις κάτι. Κάτι σαν το «Αγαλματάκια, ακούνητα, αγέλαστα, αμίλητα». Ναι, αξέχαστες εποχές παιχνιδιού! Τέλος πάντων, έλεγα ότι αυτό γενικά πρέπει να αποφεύγεται. Είναι παρόμοιο σαν αυτό που έλεγε η μητέρα μου όταν ήμουν μικρή «Μη εκεί, θα πάθεις ηλεκτροπληξία». Ακόμα το λέει. Τότε ήταν εκνευριστικό. Τώρα λυπηρό. Λες αντί να το λέω εγώ στα παιδιά μου, ακόμα το ακούω.

Αφού έχεις λοιπόν επαναλάβει ότι έχεις χαρεί, ξαφνιάζεσαι εκ νέου με τις προσωπικές πληροφορίες που ήδη έχεις ακούσει τι προηγούμενες μέρες απαντώντας «Έλα δεν το πιστεύω και εσύ από κει είσαι, εκεί εργάζεσαι; Έλα, τι λες τώρα, κοίτα να δεις». Κι όλα αυτά, λίγα δευτερόλεπτα πριν φύγεις. Περιμένοντας ότι ο άλλος θα πει κάτι που θα σηκώνει συζήτηση και η στιγμή θα παραταθεί. Είναι σαν τα μυρμήγκια που περπατάνε πάνω στα λιωμένα ρολόγια του Νταλί. Ελπίζεις ότι κάτι θα συμβεί και ο χρόνος θα σταματήσει, ή ότι τέλος πάντων ο χρόνος θα χάσει τη σημασία του. Και όλα αυτά σου συμβαίνουν με πρόσωπα που δεν γνώριζες πολύ. Ή μήπως τα γνώριζες; Λίγο πριν χάσεις λοιπόν όλη την αξιοπρέπεια, που είχες κτίσει αναφερόμενη σε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, λες ένα «Οκ, πάω, τα λέμε». Λιτά, απλά και απέριττα. Και φεύγεις…Χωρίς το κόκκινο στυλό. Και ίσως φανεί ότι όλο το Λονδίνο για μένα είναι ένα κόκκινο στυλό και αυτό να φαίνεται αστείο και είναι αστείο. Αλλά πρέπει να μένεις στα πράγματα όταν δεν μπορείς να μιλήσεις για τους ανθρώπους. Είναι πιο εύκολο. Και εκεί είναι που προτιμάς να φανείς γελοίος, να σε περιπαίξουν και να σε χαρακτηρίσουν κολλημένο με ένα ασήμαντο μικρό αντικείμενο. Και σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε για μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Όσο πιο μικρό το αντικείμενο που κολλάς μαζί του, τόσο μεγαλύτερος ο διασυρμός. Δεν είναι αυτό η λύπη μου όμως. Η θλίψη μου είναι ότι δεν γνωρίζω αν αυτό το στυλό το βρήκα στο δρόμο ξεχασμένο από κάποιον ή αν ήταν κάποιο τρόπαιο για μένα. Και αν ήταν κάτι σαν οικογενειακό κειμήλιο; Αν όντως ήταν, θα ήθελα να το ξέρω. Άξιζα να 'χω ένα τέτοιο τρόπαιο; Δεν θα ήθελα να προκαλέσω το μένος κάποιων θυμωμένων από την αδικία θεών.

Όπως είπα πριν, είναι πιο εύκολο να εστιάζεις στα αντικείμενα καμιά φορά. Η απουσία του ανθρώπινου στοιχείου κάνει τους άλλους να συμπεριφέρονται περίεργα. Η απουσία πραγματικής ζωής κάνει τους ανθρώπους να κατασκευάζουν φανταστικές ζωές. Αυτό συμβαίνει σε μεγάλους συγγραφείς. Το πρόβλημα είναι ότι αν έστω μια φορά έχεις την εμπειρία κάτι αληθινού, θέλεις να το επαναλάβεις. Να το ξαναζήσεις. Αλλά δεν έχεις όλες τις συνθήκες. Οπότε τις κατασκευάζεις. Ξανά και ξανά. Και μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές. Ακόμα και αυτή της ανόητης ιστορίας ενός κόκκινου στυλό. Αυτή η ιστορία μπορεί να είναι η αναβίωση μιας αληθινής στιγμής που κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα και όφειλε να αναβιώσει και πάλι. Και αυτό είναι μόνο ένα αντικείμενο. Υπάρχουν χιλιάδες. Το λαστιχάκι μαλλιών, ένα πετραδάκι από το πάρκο, μια χαρτοπετσέτα, ένα σκάκι για τρεις, ένα σφηνοπότηρο με ουίσκι, ένα απόκομμα εισιτηρίου, ένα διαφημιστικό χαρτί μιας θεατρικής παράστασης....Τόσα πολλά αντικείμενα! Τhanks God! που λένε και οι Άγγλοι.

Όλη αυτήν την ώρα περιγράφω μικρές ιστορίες γύρω από ένα αντικείμενο που δεν θυμάμαι πως βρέθηκε στα χέρια μου και ούτε ξέρω που βρίσκεται τώρα. Η ανάμνηση της λήθης αυτής με γύρισε πίσω σε ένα ταξίδι που με σημάδεψε. Όχι δεν μιλάω για αυτό το σημάδι κάτω από τα χείλη μου, που με τόση περιέργεια κοιτούν οι συνομιλητές μου. Σε λίγο θα ξεχάσω και εγώ πως το απέκτησα. Μέχρι που κάποιος, κάποια στιγμή θα παρατηρήσει –το αχνό πλέον σημαδάκι- ψάχνοντας να βρει μικρά αναγνωριστικά σημεία πάνω στο σώμα μου. Θα έχω τότε την ευκαιρία να κατασκευάσω μια ιστορία και ίσως πράγματι να μην θυμάμαι και να αναρωτιέμαι ακόμα και εγώ πως το απέκτησα. Ίσως να βρίσκω μια καινούργια ιστορία κάθε φορά. Σαν αυτές που μένουν αναλλοίωτες, αλώβητες από χρόνο και άλλες παθήσεις. Και κάπως έτσι έρχεται στο μυαλό μου το «Dark Matter». Μια παράσταση, που δεν έχω δει, αλλά έχω μνήμες που συνδυάζονται με αυτήν. Θα πρέπει κι αυτό να είναι ένα είδος επιτυχίας για τους συντελεστές του σκέφτηκα.

«Ποια παράσταση θα έβλεπες αν ήσουν Λονδίνο;» Το μήνυμα εστάλη! Αυτό είναι μια ερώτηση παγίδα. Ξέρεις εκ των προτέρων ποια παράσταση θα ήθελες να δεις. Η απάντηση του άλλου όμως έρχεται σαν επιβεβαίωση μιας ανεκμυστήρευτης συμπάθειας. Έτσι για να ικανοποιήσουμε ένα παιδικό αίσθημα χαράς ότι «ναι, τελικά ταιριάζουμε». Έτσι το «Dark Matter» γίνεται σημείο αναφοράς. Σημείο που θα ενώσει αρχικά δύο και τρία άτομα. Ο κύκλος έλαχε να μεγαλώσει. Και όλα μοιάζουν να είναι συνέχεια των μικρών επιλογών που κάνουμε. Επιλέγεις να πας Λονδίνο, την συγκεκριμένη μέρα και να συναντήσεις έναν συγκεκριμένο φίλο, που με την σειρά του έχει συγκεκριμένες επιλογές που θα επηρεάσουν τις δικές σου ακόμα και χωρίς να το θες, ασυνείδητα και ασυναίσθητα, χωρίς επίγνωση της σημαντικότητας τους. Όλο αυτό το γαϊτανάκι μικρών στιγμών και επιλογών κατέληξε στην δική μου περίπτωση κάπως έτσι…«Η φίλη μου η Ειρήνη επιμελείται το κείμενο μιας θεατρικής παράστασης…» Αμέσως διακόπτω. Κακή συνήθεια αλλά το κάνω από παιδικό ενθουσιασμό παρά από έλλειψη ευγένειας. «…Η Δερμιτζάκη;» ρωτάω. Απομονώνοντας αυτόν τον μικρό διάλογο, κάποιος θα υπέθετε ότι απλά βρισκόμαστε λίγο πριν την στιγμή της συνειδητοποίησης ότι έχουμε κάποιον κοινό γνωστό. Κάτι που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα καθώς εγώ μέχρι εκείνη την στιγμή δεν έχω συναντήσει την... Ειρήνη -γενικά αλλά και ειδικά- Ποιον όμως γνωρίζουμε πραγματικά και ποιον όχι; Αν υποθέσουμε ότι κατά την διάρκεια του χρόνου -ως αόριστη έννοια- αλλάζουμε, τότε το γεγονός ότι γνωρίζουμε κάποιον εκ βαθέων μπορεί να αναχθεί σε μέγα φιλοσοφικό ερώτημα. Χμ…δεν θα αναφερθώ τώρα. Τώρα θα αναφερθώ σε αυτό το πάγωμα του προσώπου όταν συνειδητοποιείς ότι ο άλλος έχει πληροφορίες για κάτι που σε ενδιαφέρει. Ανέλπιστα και απρόβλεπτα. Θα μπορούσε να μοιάζει με την στιγμή της επίγνωσης ότι έχεις κερδίσει ένα λαχείο. Ίσως επειδή είναι λαχείο να περνάς κάποιες στιγμές με κάποιους ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους ξέρεις πολύ καλά, ακόμα κι αν δεν τους ξαναδείς. Και εκεί είναι που αναρωτιέσαι αν ταιριάζεις πιο πολύ με αυτούς ή με τους «άλλους». Εκεί είναι που ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρασυρθείς σε ένα βέρτιγκο, που εσύ παραμένεις εκεί ακίνητος, στάσιμος, μην μπορώντας να αντιδράσεις στην ιλιγγιώδη ταχύτητα που περιστρέφονται τα αντικείμενα γύρω σου. Κι όμως όταν συνέρχεσαι όλα είναι εκεί. Γεγονός που πάλι με φέρνει αντιμέτωπη με την απορία αν ο χρόνος είναι σχετικός, αν υπάρχει ή ποτέ δεν υπήρξε.

Οι προηγούμενες αλληλουχίες γεγονότων οδήγησαν σε καινούργιες και αυτές σε άλλες. Είναι μόνο λίγες ώρες πριν την τελική συνάντηση που θα χαθεί ο κόκκινος στυλό. Ο χρόνος αρχίζει να μετράει αντίστροφα. Τελικά βρίσκω τον εαυτό μου να πίνει καπουτσίνο -ελλείψει γαλλικού καφέ- καθισμένη ανάμεσα σε ένα ποιητή και μια συγγραφέα. Δεν επιλέγω τυχαία αυτές τις ιδιότητες, γνωρίζοντας ότι και οι δύο κουβαλούν πολλές ακόμα, κρυμμένες από μένα, ιδιότητες και ταυτότητες. Απλά αυτό ταιριάζει στην εν λόγω φαντασίωση μου. Κάπου εκεί λοιπόν ανάμεσα σε θεωρίες που προσομοιάζουν το σύμπαν με το ανθρώπινο μυαλό ακούω την Ειρήνη ή Αιρινι ή Ιρινα, όπως θα μπορούσε να την αποκαλέσει λανθασμένα κάποιος που δεν γνωρίζει ελληνικά, να μιλά για τον Άλφι. Ο Άλφι εκείνο, ο Άλφι το άλλο. Η αφήγηση της με οδηγεί σε εικόνες από το ταξίδι του Ορφέα στον κάτω κόσμο. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ορφέας σκοτώνεται από τις Μαινάδες σαν τον Πενθέα στις Βάκχες του Ευριπίδη, επειδή δεν τιμά τον Διόνυσο. Πεθαίνει ουσιαστικά γιατί αδιαφορεί για ένα κομμάτι της φύσης του. Εκείνο που του λέει ότι η ζωή είναι.. και χαρά... και ολοκληρωτικό “άφεμα” σε αυτήν την χαρά. Κι αν δεν αφεθείς, αυτό το κομμάτι θα πάρει εκδίκηση. Ο Αλφι θα μπορούσε να είναι ο Ορφέας που ξεκινάει το ταξίδι προς έναν άλλο κόσμο. Άγνωστο; Ή μήπως γνώριμο και αλησμόνητο; Μπορεί να είναι κι ο Διόνυσος που χαίρεται γνωρίζοντας την σοφία που κρύβει το να αφήνεσαι στην χαρά της ζωής, ακόμα κι αν φαίνεσαι άρρωστος ή και τρελός γι αυτήν σου την επιλογή. Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Γιατί όπως ο Άλφι αναγνωρίζει στα πρόσωπα που βλέπει κάποια άλλα, γνώριμα -παλιά αγαπημένα- έτσι και εμείς, αναζητούμε στους περαστικούς από τη ζωή μας «κάτι να μας θυμίζουν». Και όλη αυτή η ψευδαίσθηση μας δίνει την δύναμη να επουλώσουμε το τραύμα που κουβαλάμε. Ένα τραύμα ταυτόχρονα ευαίσθητο και βαθύ. Ένα τραύμα που σου σουβλίζει την καρδιά, πιο πολύ από ότι θα έκανε μια απλή μνήμη. Αυτό το τραύμα σε κάνει να ταξιδεύεις σαν τα παιδιά, πηγαίνοντας μπρος-πίσω, ανεβασμένος σε ένα καρουζέλ και τελικά καταλήγεις σε ένα τόπο γνώριμο. Εκεί που πάντα σε αγαπούσαν και αγαπούσες.

«Αυτός ο Άλφι πρέπει να είναι τυχερός» θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος που θα καθόταν δίπλα μας και η ανιαρή συζήτηση της παρέας του θα τον οδηγούσε να κλέψει στιγμιότυπα της δικής μας κουβέντας. «Κοίτα!» μου λέει κάποια στιγμή η Ειρήνη (Δερμιτζάκη) και μου δείχνει στο κινητό της φωτογραφίες του Άλφι, του πρωταγωνιστή της παράστασης. Ο Άλφι ήταν εκεί μαζί μας. Η Ειρήνη (Δερμιτζάκη), η Mάιρα (Στεργίου, σκηνοθεσία), οι ηθοποιοί Bogo Federico, Cecile Dumont, Ludovic Pujol, Susie Fairbrother και οι υπόλοιποι συντελεστές είχαν καταφέρει να εμφυσήσουν ζωή στον Άλφι. Ο Άλφι είναι ο καρπός της προσπάθειας όλων των συντελεστών. Και ενώ η Ειρήνη συνεχίζει να μου λέει για το πώς γεννήθηκε ο Άλφι αρχικά από υλικά που η ίδια αγόρασε μέχρι το πώς αναγεννήθηκε και απέκτησε δεύτερη ζωή από υλικά που βρέθηκαν σε σκουπίδια μετά την συνεργασία με τους Outside Puppets, σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να δώσω και εγώ μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή μου. Να ψάξω καλύτερα μέσα σε όλα αυτά που έχω πετάξει στο σκουπιδοτενεκέ της ζωής μου και να φτιάξω έναν «Άλφι».

Ο Άλφι είναι puppet! Και πάλι μιλάμε δηλαδή για αντικείμενα. Ο Άλφι είναι ένας κόκκινος διαφημιστικός στυλό. Πόσο πραγματικό μπορεί να είναι αυτό; Άλλωστε ποια είναι η πραγματικότητα; Αυτό που βιώνουμε ή αυτό που σκεφτόμαστε.... Κάπου εκεί πρέπει να τελείωσε αυτή η συνάντηση για να πάρουν την σειρά οι επόμενες. Γιατί έπρεπε να βγούμε έξω από το φούρνο, να αποχαιρετίσω την Ειρήνη, να την πάρω τηλέφωνο βιαστικά αφού έχει ήδη μπει στο μετρό. Να χαθεί αυτή η κλήση και να συναντήσω στο δρόμο -σχεδόν τυχαία- έναν από τους πιθανούς δράστες της αρπαγής του κόκκινου στυλό.

Κάπου εκεί θα τελειώσει και το ταξίδι στο Λονδίνο για να δώσει την θέση του σε…άλλα; …Πριν φύγω, ρίχνω μια ματιά στο διαφημιστικό φυλλάδιο του «Dark Matter». Το φυλλάδιο γράφει χαρακτηριστικά....«Λέγεται ότι πριν πεθάνει κάποιος ολόκληρη η ζωή του περνά μπροστά από τα μάτια του, αλλά τι συμβαίνει όταν κάποιος έχει άνοια; Τι βλέπει; Είναι αυτές οι καλύτερες αναμνήσεις του; Ποιες στιγμές έχει κρατήσει; Είναι οι μνήμες αυτές πραγματικές ή είναι καταστάσεις που δεν έχει ζήσει ποτέ; Που πάει το μυαλό προτού κάποιος πεθάνει;»... Και εκείνη την στιγμή είναι που αναρωτιέμαι τι θα θυμάμαι από όλα αυτά; Μέχρι πότε; Κι αν κάθε ταξίδι τελειώνει για να δώσει την θέση του σε ένα άλλο, είναι αυτό σαν το τέλος μιας ζωής; Σαν το τέλος του Άλφι; Αν ναι, αυτές είναι οι δικές μου στιγμές. Αυτές που κράτησα, αυτές που πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου πριν φύγω από το Λονδίνο. Και έτσι έχωσα αυτό το χαρτί μέσα στην τσάντα για να αναπληρώσει το κενό της απουσίας του κόκκινου στυλό που έμελλε να χαθεί στην τελευταία συνάντηση στο Λονδίνο.

Τώρα, αφού δεν μπορώ να δω την παράσταση -λόγω ημερομηνίας- θα πιω ένα ουίσκι. Από αυτά που πίνουν οι εργάτες και όχι οι δικηγόροι. Σε ποτήρι του ουίσκι, αναπολώντας αυτήν την φορά ένα φαγητό σε μια αγγλική παμπ, πατάτες με λευκή σκόνη μπέικον που θυμίζουν κουραμπιέ. Cheers!


Στοιχεία Παράστασης

Dark Matter
Tuesday 11- Saturday 15 March 2014 | @
The Space

People say your whole life flashes in front of your eyes before you die but what happens when you have dementia? What do you see? Are these your best memories? What did you keep? Are the memories real or things you have never experienced? Where does the brain go before we die? ‘Dark Matter’ came out of a collaboration between Vertebra Theatre and Outside Puppets collective.It is an exploration of how people with dementia cope with the end of their life, the end of their memory.

The play is the directorial debut of Mayra Stergiou and writing debut of Eirini Dermitzaki.

PERFORMERS/COLLABORATORS: Bogo Federico - Cecile Dumont- Ludovic Pujol -Susie Fairbrother

For more information and bookings please click here.

Facebook Page here

Σχολιάστε το άρθρο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Facebook
Twitter GooglePlus